- ἀντιστρατήγου
- ἀντιστράτηγοςenemy's generalmasc gen sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Γονατάς, Στυλιανός — (Πάτρα 1876 – Αθήνα 1966). Πολιτικός και στρατιωτικός. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1897 και έλαβε μέρος στους μετέπειτα πολέμους έως το 1922. Αποστρατεύτηκε το 1924 με βαθμό αντιστρατήγου. Στην επανάσταση του 1909 διετέλεσε υπασπιστής… … Dictionary of Greek
Ζαφειρόπουλος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αθανάσιος. Καταγόταν από τη Ναυπακτία. Πολέμησε στην Αλαμάνα, στη Γραβιά, στον Πέτα, στο Μακρυνόρος, στο Μεσολόγγι, στην Άμπλιανη κ.α. Το 1824 προήχθη σε ταξίαρχο. 2. Αναγνώστης ή Τσιγγέλης. Οπλαρχηγός από την… … Dictionary of Greek
Πετιμεζάς ή Πετμεζάς — Επώνυμο ιστορικής οικογένειας από τα Καλάβρυτα, όπου εγκαταστάθηκαν κατά μέσα του 18ου αι. προερχόμενοι από την Ήπειρο. Πολλά μέλη της έπαιξαν σημαντικό ρόλο στους απελευθερωτικούς αγώνες. 1. Αθανάσιος (1760 – 1804). Επικεφαλής του αρματολικιού… … Dictionary of Greek
αντιπτέραρχος — ο βαθμός ανώτατου αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας, μεταξύ του υποπτεράρχου και του πτεράρχου (αντίστοιχος με τον βαθμό του αντιστράτηγου του στρατού ξηράς) … Dictionary of Greek
καρατζάς — I Επώνυμο φαναριώτικης οικογένειας, πολλά μέλη της οποίας διακρίθηκαν ως αξιωματούχοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το όνομα Κ. –που στα τουρκικά σημαίνει μαυριδερός– αναφέρθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 15ου… … Dictionary of Greek
στρατιά — η, ΝΜΑ, και ιων. τ. στρατιή Α [στρατός] σύνολο στρατευμάτων με ενιαία διοίκηση νεοελλ. πολυάριθμος στρατός ξηράς και, ειδικότερα, ο μεγαλύτερος στρατιωτικός σχηματισμός αποτελούμενος από σύνολο σωμάτων στρατού ή συγκροτημάτων ή μονάδων διαφόρων… … Dictionary of Greek
σώμα — Γενικό όνομα που δίνεται σε μια ποσότητα ύλης. Σώματα επομένως είναι όλα τα αντικείμενα με τις ιδιότητες τους (σχήμα, διαστάσεις, βάρος κλπ.)· ουσία, αντίθετα, είναι η ποιότητα της ύλης από την οποία αποτελούνται τα σ. Για μεγαλύτερη ακριβολογία… … Dictionary of Greek
υποστράτηγος — ο / ὑποστράτηγος, ΝΑ [στρατηγός] νεοελλ. στρ. ανώτατος αξιωματικός τού στρατού, με βαθμό ανώτερο από τού ταξιάρχου και κατώτερο από τού αντιστρατήγου αρχ. αξιωματικός υπό τις διαταγές στρατηγού («ὅπου μὲν στρατηγὸς σῶς εἴη τὸν στρατηγὸν… … Dictionary of Greek
Αλεξάκης, Ιωάννης — (1885 – 1974). Έλληνας στρατιωτικός και συγγραφέας. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παρακολούθησε τα στρατιωτικά μαθήματα στη Σχολή Ευελπίδων, στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου, στο Κέντρο Τακτικών Σπουδών Πυροβολικού και σε… … Dictionary of Greek
Βαν Φλιτ, Τζέιμς — (James Van Fleet, Κοΐτεσβιλ, Νιου Τζέρσι 1893 – 1978). Αμερικανός στρατιωτικός. Σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία του Γουέστ Πόιντ. Δίδαξε σε διάφορα πανεπιστήμια και στρατιωτικές σχολές των ΗΠΑ. Έλαβε μέρος στην απόβαση της Νορμανδίας (1944), ως … Dictionary of Greek